βαλιός

βαλιός
Grammatical information: adj.
Meaning: `spotted, dappled' (E.), `swift' (Opp.; after ἀργός).
Other forms: with diff. accent (Schwyzer 380, 635) Βαλίος name of a horse of Achills (Il.).
Derivatives: From this βαλία ὀφθαλμία H.?
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: Cf πολιός and other colour adjectives in -ι(Ϝ)ός (Schwyzer 472, Chantraine Form. 123). As b- is rare in PIE one thought of a loanword; Solmsen KZ 34, 72ff. (Thracian\/Phrygian), Pok. 118 and Grošelj Živa Ant. 3, 203 (Illyrian), Schwyzer 68 n. 3 (Macedonian?). - Real Greek would be φαλιός.
Page in Frisk: 1,214

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • βαλιός — βαλιός, ά, όν (Α) 1. παρδαλός, με στίγματα, βούλες διαφορετικού χρώματος 2. γρήγορος 3. (το αρσ. παροξύτονο, ως κύρ. όν.) Βαλίος, ο το ένα από τα άλογα του Αχιλλέα. [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Πιθ. δάνεια λ. από γλώσσα όπου το αρχικό bh… …   Dictionary of Greek

  • βαλιός — spotted masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βαλίος — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βάλιος — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαλιά — βαλιός spotted neut nom/voc/acc pl βαλιά̱ , βαλιός spotted fem nom/voc/acc dual βαλιά̱ , βαλιός spotted fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βαλίων — Βάλιος fem gen pl Βάλιος masc/neut gen pl Βαλίος masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαλιῶν — βαλιός spotted fem gen pl βαλιός spotted masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαλιόν — βαλιός spotted masc acc sg βαλιός spotted neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βαλίοισιν — Βάλιος masc/neut dat pl (epic ionic aeolic) Βαλίος masc dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βαλίου — Βάλιος masc/neut gen sg Βαλίος masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βαλίους — Βάλιος masc acc pl Βαλίος masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.